Εξερευνώντας τα κρασιά μαύρων οινοποιών στη Νότια Αφρική

Φωτίζοντας με άλλη ματιά τη Νότια Αφρική, μία από τις σημαντικότερες οινοπαραγωγικές ζώνες του κόσμου

Εξερευνώντας τα κρασιά μαύρων οινοποιών στη Νότια Αφρική

Εργάτες στο Stark-Condé, αμπελώνα στο Stellenbosch. Ο ιδιοκτήτης του έχει επενδύσει στο κρασί του επικεφαλής σομελιέ του, Rüdger van Wyk, ο οποίος μπήκε στην αγορά του κρασιού μέσα από ένα πρόγραμμα για νέους από ευάλωτες κοινότητες. (Φωτογραφίες: Samantha Reinders for The New York Times)

Κάτω από τον γαλανό ουρανό, μια φωτεινή μέρα του Νοέμβρη, αυτή η αίθουσα γευσιγνωσίας κρασιού στο Stellenbosch είναι όσο ελκυστική θα περίμενε κανείς από την κορυφαία αμπελουργική ζώνη της Νότιας Αφρικής. Στεγάζεται σε ένα από εκείνα τα λευκά ολλανδικά κτίσματα, με οροφή από φυσικά υλικά και πανοραμική θέα στους καταπράσινους, γεμάτους αμπέλια λόφους. Ο τεράστιος, ευάερος χώρος είναι διακοσμημένος με αναπαυτικά μοντέρνα καθίσματα, ενώ η νοτιοαφρικανική ηλεκτρονική μουσική που ακούγεται δημιουργεί μια ευχάριστη ατμόσφαιρα. Με τα παραπάνω χαρακτηριστικά, ο χώρος θα μπορούσε να είναι απλώς ένα όμορφο μέρος για να απολαύσει κανείς ένα ποτήρι κρασί και να χαλαρώσει σε αυτόν τον επίγειο παράδεισο, περίπου 45 λεπτά με το αυτοκίνητο ανατολικά του Κέιπ Τάουν. Αλλά υπάρχει κάτι ιδιαίτερο εδώ, που πρέπει να παρατηρήσετε προσεκτικά για να το δείτε: τα μπουκάλια πίσω από το μπαρ με την ξύλινη επένδυση έχουν ονόματα στη γλώσσα των Ζουλού – όπως «Thokozani», που σημαίνει «ας γιορτάσουμε», «Bayede», χαιρετισμός που απευθύνεται παρουσία του βασιλιά των Ζουλού ή «Ses’fikile», που σημαίνει «φτάσαμε» – μήνυμα πολύ ταιριαστό σε αυτό το μέρος.

Μιλάμε για το Wine Arc, τη μοναδική αίθουσα γευσιγνωσίας στη Νότια Αφρική που διαθέτει αποκλειστικά κρασιά μαύρων παραγωγών, με 13 ετικέτες τις οποίες μπορούν να δοκιμάσουν και να αγοράσουν οι επισκέπτες. Είναι ένας χώρος ανάδειξης της αυξανόμενης παρουσίας των μαύρων οινοποιών σε μια βιομηχανία που χτίστηκε πάνω στην υποδούλωση των ντόπιων πληθυσμών και εξακολουθεί να κυριαρχείται από τη λευκή μειονότητα της χώρας.

Εξερευνώντας τα κρασιά μαύρων οινοποιών στη Νότια Αφρική-1
Ο Lindile Ndzaba, ιδιοκτήτης του Khayelitsha’s Finest Wines, σερβίρει ένα από τα κρασιά του σε ένα pop up event στο Κέιπ Τάουν.

 

Οι μαύροι Νοτιοαφρικανοί αποτελούν περισσότερο από το 80% του πληθυσμού της Νότιας Αφρικής, όμως οι ετικέτες κρασιού που παράγουν αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 1% της ποσότητας που πωλείται στο εσωτερικό, ενώ το ποσοστό των εξαγωγών είναι ακόμα μικρότερο, σύμφωνα με στοιχεία του South African Wine Industry Information and Systems για το 2020. Λιγότερο από το 3% της έκτασης, δε, των αμπελώνων είναι υπό μαύρη ιδιοκτησία, σύμφωνα με έκθεση της Vinpro, εμπορικού σωματείου του κλάδου. Ωστόσο, παρά την ελλιπή εκπροσώπηση των μαύρων Νοτιοαφρικανών στην ιδιοκτησία και την οινοποίηση -ενώ στην εργασία στους αμπελώνες έχουν σημαντική παρουσία-, πλέον μπορεί κάποιος να εξερευνήσει την οινοπαραγωγική περιοχή μέσα από τη δική τους δραστηριότητα στον τομέα και, βεβαίως, να τους στηρίξει.

 

Εξερευνώντας τα κρασιά μαύρων οινοποιών στη Νότια Αφρική-2
Επισκέπτες στον κήπο του αμπελώνα Klein Goederust, στο Franschhoek.

Κρασιά και «Braai»

Η 50χρονη Αφροαμερικανή Tuanni Price διοργανώνει εκδρομές που φέρνουν σε επαφή τους ταξιδιώτες με μαύρους Νοτιοαφρικανούς οινοποιούς, με τους περισσότερους από τους πελάτες της να είναι επίσης ΑΦροαμερικανοί. «Θεωρούν ότι είναι σημαντικό να ξοδέψουν τα χρήματά τους για λογαριασμό των μαύρων στην Αφρική», μας είπε. Η ίδια διέθετε αρχικά μια επιχείρηση που εστίαζε σε μαύρους αμπελουργούς της Καλιφόρνια, αλλά το 2018 μετέφερε τη δραστηριότητά της στη Νότια Αφρική, μετά από ένα ταξίδι στη διάρκεια του οποίου ερωτεύτηκε τη μικρή αλλά ζωντανή κοινότητα των μαύρων οινοποιών της χώρας. Η εταιρεία της, Zuri Wine Tasting, οργανώνει ξεναγήσεις σε οινοποιεία, γευσιγνωσίες και γεύματα με μαύρους οινοποιούς και σομελιέ, καθώς και επισκέψεις σε κτήματα μαύρων, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν συζήτηση με τον οινοποιό ή και ένα braai – παραδοσιακό νοτιοαφρικάνικο μπάρμπεκιου.

Πλέον υπάρχουν τουλάχιστον 82 ετικέτες μαύρων οινοποιών στη Νότια Αφρική, αύξηση 20% από το 2019, κάποιες από τις οποίες μπορείτε να δοκιμάσετε ή και να αγοράσετε σε περιοχές πέριξ του Κέιπ Τάουν.

Ο αμπελώνας Klein Goederust είναι ο πρώτος αποκλειστικά μαύρης ιδιοκτησίας στο Franschhoek, τον άλλο κορυφαίο οινολογικό προορισμό της χώρας πέρα από το Stellenbosch, με επίσης χαλαρό περιβάλλον για γευσιγνωσία. Τα Σαββατοκύριακα εδώ παρατίθεται μπουφές με φαγητό εμπνευσμένο από τη μαγειρική των Μουσουλμάνων του Ακρωτηρίου, μια εθνοτική ομάδα που υποδουλώθηκε από τους Ολλανδούς αποικιοκράτες. Μπορείτε επίσης να επισκεφθείτε την ιστορική μαύρη κωμόπολη Khayelitsha, που έχει πληγεί σοβαρά από την αποεπένδυση και τη φτώχεια, για να δοκιμάσετε χαρμάνια από μια αμιγώς μαύρη ετικέτα κρασιών, την Khayelitsha’s Finest Wines, η οποία λανσαρίστηκε το 2018.

Εκτός όμως από τους μαύρους ιδιοκτήτες αμπελώνων και οινοποιούς, υπάρχει πλέον στη χώρα και ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός μαύρων σομελιέ –οι οποίοι εργάζονται σε φημισμένα εστιατόρια του Κέιπ Τάουν, όπως το Fyn και το Bailey-, καθώς και επαγγελματιών που παίζουν σημαντικό ρόλο σε επιχειρήσεις οι οποίες σχετίζονται με το κρασί. Όπως η 35χρονη Penelope Setti, που μετά από χρόνια προϋπηρεσίας ως υπεύθυνη κρασιού σε εστιατόρια, άνοιξε πριν από τρία χρόνια το δικό της wine bar, Penny Noire, στο κέντρο του Κέιπ Τάουν. Εκεί, με κάθε γουλιά επιφύλασσε και μια εκπαιδευτική διαδικασία στους πελάτες της. Σε μια επίσκεψη μαζί με τη σύζυγό μου τον περασμένο Νοέμβριο, μας έκανε εντύπωση ότι μας πρόσφερε ένα nebbiolo -ιταλική ποικιλία- ενώ βρισκόμασταν στην καρδιά του Νοτιοαφρικάνικου κρασιού. Το συγκεκριμένο ωστόσο είχε παραχθεί στη Νότια Αφρική και ήταν υπέροχο! Επίσης μας γνώρισε το cinsault -«το pinot noir του φτωχού»- ποικιλία που αν μπολιαστεί με pinot noir δίνει το pinotage – χαρακτηριστική νοτιοαφρικανική ποικιλία.

 

Εξερευνώντας τα κρασιά μαύρων οινοποιών στη Νότια Αφρική-3
H Carmen Stevens στο οινοποιείο της, στο Stellenbosch. Η ίδια θεωρείται το πρώτο μαύρο άτομο που έχει στην πλήρη ιδιοκτησία της μια ολόκληρη οινοπαραγωγική μονάδα. 

Υπόσχεση και Ελπίδα

Επιστρέφοντας στο Wine Arc, να πούμε ότι άνοιξε στα τέλη του 2021 ως μια πρωτοβουλία του Wine Industry Transformation Unit, Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας που δημιουργήθηκε από οργανώσεις του κλάδου για την προώθηση της ενσωμάτωσης. Όταν η σύζυγός μου κι εγώ το επισκεφθήκαμε, διαπιστώσαμε τόσο τις προοπτικές όσο και τις προκλήσεις για τους μαύρους επιχειρηματίες του χώρου στη Νότια Αφρική. Δοκιμάσαμε 10 ετικέτες με την καθοδήγηση της 25χρονης Asiso Meji, η οποία άρχισε να ασχολείται με το κρασί το 2019, κάνοντας μαθήματα σε μια ακαδημία που έχει σκοπό την προώθηση μαύρων νέων στη βιομηχανία του κρασιού. Έχοντας δουλέψει σε αμπελώνες για τρία χρόνια, έκανε αίτηση στο Wine Arc και όταν, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, έμαθε ότι υπήρχαν ετικέτες μαύρων παραγωγών, σοκαρίστηκε. «Δεν ήξερα ότι μπορούσε να έχει τέτοιες ευκαιρίες στη βιομηχανία του κρασιού ένας μαύρος», μας είπε. «Βλέποντας όμως όλες αυτές τις ετικέτες, ακούγοντας την ιστορία τους, εντυπωσιάστηκα. Θα ήθελα πολύ να παράξω κι εγώ το δικό μου κρασί, να πω τη δική μου ιστορία μια μέρα».

Όταν φτάσαμε στο Wine Arc ήταν 3 το μεσημέρι, δύο ώρες πριν από το κλείσιμο. Ήμασταν οι πρώτοι επισκέπτες της ημέρας, καθώς πολύ λίγοι γνωρίζουν την ύπαρξή του. «Είμαστε σαν τον θόρυβο που γίνεται στον χώρο, αλλά κανείς δεν τον ακούει στ’ αλήθεια», μας είπε η Carmen Stevens, οινοπαραγωγός με δική της ετικέτα και η πρώτη μαύρη στη Νότια Αφρική η οποία διατηρεί την αποκλειστική ιδιοκτησία μιας οινοπαραγωγικής μονάδας – ένα μέρος της πρόκλησης για πολλούς μαύρους ιδιοκτήτες στη χώρα είναι ότι τους λείπει ο πλούτος, ο κληρονομημένος πλούτος, απαραίτητος για το μάρκετινγκ, την ανάπτυξη και τη μαζική παραγωγή.

Σε μια εκδρομή που οργάνωσε η Tuanni Price καταλήξαμε στο οινοποιείο της Carmen Stevens, ένα μεγάλο λευκό κτίριο πλαισιωμένο από φοίνικες, σε ένα βιομηχανικό πάρκο του Stellenbosch. Η 51ός ετών Stevens είναι μικρόσωμη, ενεργητική και ειλικρινής. Μας ξενάγησε στο ψηλοτάβανο χώρο με τις τεράστιες ατσάλινες δεξαμενές και τις σειρές από βαρέλια κρασιού που ανέδιδαν ένα γλυκό δρύινο άρωμα. Καθίσαμε μαζί της για μια γευσιγνωσία και μας μίλησε για την αξιοσημείωτη διαδρομή της. Το 1993, λοιπόν, ένα χρόνο πριν από τις πρώτες δημοκρατικές εκλογές στην Νότια Αφρική, έγινε η πρώτη μαύρη που γράφτηκε στο Κολλέγιο Elsenburg κοντά στο Stellenbosch, για να σπουδάσει οινοποιία. Προηγουμένως της είχαν αρνηθεί την είσοδο τρεις φορές, λόγω του χρώματός της – επί απαρτχάιντ είχε χαρακτηριστεί «έγχρωμη», υποτιμητική ονομασία για ανθρώπους με πολυφυλετικό υπόβαθρο. Αν και οι συγκεκριμένοι Νοτιοαφρικανοί είχαν οριακά περισσότερα προνόμια από εκείνους που αποκαλούνταν μαύροι -ή Αφρικανοί- εξακολουθούσαν να υφίστανται σοβαρές διακρίσεις. Ορισμένοι είναι απόγονοι σκλαβωμένων εργατών αμπελώνων. Σήμερα, στον κλάδο του κρασιού και σε άλλους τομείς οι πολυφυλετικοί και οι μαύροι θεωρούνται αμφότεροι μειονεκτούσες ομάδες, αντμετωπίζοντας παρόμοια προβλήματα. Στο Elsenburg, μας είπε, οι συμφοιτητές της υιοθετούσαν ανοιχτά ρατσιστική συμπεριφορά απέναντί της, την έβριζαν και της έλεγαν ότι δεν θα κατάφερνε να αποφοιτήσει λόγω ανεπάρκειας. Εκείνη τους αψήφησε, αποφοίτησε το 1995 και δημιούργησε τη δική της εταιρεία το 2014, παράγοντας βραβευμένα κρασιά, όπως ένα sauvignon blanc, ένα merlot και ένα κόκκινο χαρμάνι που ονομάζεται Nemrac. Παρά τις διακρίσεις που κέρδισε ωστόσο, η Stevens γνωρίζει ότι τα κρασιά της, όπως και αυτά άλλων μαύρων, είναι δύσκολο να αποκτήσουν σοβαρό μερίδιο αγοράς, με ένα από τα προβλήματα να είναι ότι δεν διαθέτουν τις ποσότητες που συχνά απαιτούνται για να μπουν στα ράφια των μεγάλων λιανοπωλητών.

Οι επισκέπτες, ιδιαιτέρως όσοι έρχονται από το εξωτερικό, μπορούν να κάνουν τη διαφορά, πιστεύει, εάν επιστρέφοντας μιλήσουν στα αγαπημένα τους μπαρ, εστιατόρια και κάβες για τα κρασιά που δοκίμασαν και απόλαυσαν στο ταξίδι τους. Η δική της ετικέτα είναι μία από τις νοτιοαφρικάνικες που θα συμμετάσχουν αυτόν τον μήνα σε μια έκθεση στη Νέα Υόρκη, προσπαθώντας να προσελκύσουν Αμερικανούς αγοραστές.

 

Εξερευνώντας τα κρασιά μαύρων οινοποιών στη Νότια Αφρική-4
Ο σεφ και σομελιέ Munashe Kwaramba, στο εστιατόριό του, Hari Kitchen.

Κάνοντας το κρασί προσβάσιμο

Μετά την επίσκεψη στην Carmen Stevens οδηγήσαμε για περίπου 10 λεπτά μέχρι το Stark-Condé Wines, μια οινοποιητική μονάδα της οποίας ο επικεφαλής οινοπαραγωγός, ο 32χρονος Rüdger van Wyk, μπήκε στην αγορά το 2014 μέσα από ένα πρόγραμμα για νεαρά άτομα από ευάλωτα περιβάλλοντα. Τέσσερα χρόνια μετά, το 2018, κατέκτησε το βραβείο για τον καλύτερο νεαρό οινοποιό στη Νότια Αφρική. Κατά τη διάρκεια του γεύματος που μας παρέθεσε, μας σέρβιρε ένα chardonnay με μια μοντέρνα ετικέτα και τον τίτλο Kara Tara. Το δημιούργησε ο ίδιος, με επενδυτή τον ιδιοκτήτη του Stark-Condé, και του έδωσε το όνομα ενός ποταμού της κωμόπολης George απ’ όπου κατάγεται, περίπου τρεις ώρες από το σημείο που βρισκόμασταν. Σε αυτό το μέρος οι περισσότερες οικογένειες, όπως και η δική του, είναι πολυφυλετικές.

Ο van Wyk είναι γεροδεμένος, σαν παίκτης του ράγκμπι. Επίσης είναι χαλαρός, πνευματώδης και φαίνεται να μην υιοθετεί τις επιτηδευμένες συμπεριφορές του κλάδου. Ενώ καθόμαστε στην αίθουσα γευσιγνωσίας – μια ιαπωνική παγόδα στη μέση μιας λίμνης- δοκιμάζοντας ένα pinot noir, ένα cabernet sauvignon και ένα λευκό χαρμάνι που έφτιαξε ο ίδιος, μας εξήγησε ότι προσπαθεί να κάνει τα κρασιά του προσιτά στο ευρύ κοινό.

Μερικές μέρες αργότερα βρεθήκαμε για γεύμα στο Hari Kitchen, στο Franschhoek, όπου ο Munashe Kwaramba, σεφ και ιδιοκτήτης του εστιατορίου, αποδείχθηκε μια αποκάλυψη. Στα 27 του είναι σεφ, σομελιέ, οινοποιός και επιχειρηματίας – κάτι που κατέκτησε με πολύ λίγη επίσημη εκπαίδευση. Με καταγωγή από τη Zimbabwe, μετακόμισε στο Stellenbosch το 2014 για να σπουδάσει μηχανικός, δουλεύοντας παράλληλα σε έναν αμπελώνα για να επιβιώσει. Ένας μαύρος σομελιέ τον ενθάρρυνε να κάνει μαθήματα γύρω από το κρασί. Διστακτικός αρχικά, το έκανε και το ερωτεύτηκε. Σαν σομελιέ είχε πρόσβαση σε υψηλού επιπέδου κουζίνες, όπου παρατηρούσε τις τεχνικές των σεφ και αργότερα πειραματιζόταν με βάση τις σημειώσεις του. Το 2019 άνοιξε μια μετακινούμενη καντίνα, σερβίροντας Afro-fusion κουζίνα. Την επόμενη την πούλησε και άνοιξε το Hari Kitchen στο Topiary Wine Estate, εκεί όπου απολαύσαμε ένα γεύμα τεσσάρων πιάτων, πιθανότατα το καλύτερο σε όλο μας το ταξίδι.

«Θέλω μια μέρα να γίνω ο καλύτερος σεφ και σομελιέ του κόσμου», μας είπε, εκφράζοντας την επιθυμία του να τον παρατηρούν και να τον μιμούνται οι άλλοι μαύροι λάτρεις του κρασιού. «Έχω δει και άλλους επιτυχημένους μαύρους. Το να προσπαθώ και να λέω ‘κοιτάξτε τι κατάφερα’ πιστεύω ότι θα κάνει μια διαφορά στον κόσμο».

 

ΠΗΓΗ

Μενού